Οι εποχές αλλάζουν, μένουν όμως τα πάντα ίδια;

Μπορεί η σύνθεση της ομάδας μας να έχει αλλάξει, ο κόπος  που χρειάζεται για να βγει ένα βιβλίο να είναι μικρότερος από ποτέ και ο ίδιος ο χώρος του βιβλίου να επεκτείνεται ολοένα και περισσότερο, αλλά οι βάσεις που τέθηκαν όταν ήταν  να σταθεί στα πόδια της η εκδοτική μας ομάδα παραμένουν αναλλοίωτες.  Ακόμη συνεχίζει να μας συναρπάζει η συγγραφή, αν και δεν δηλώνουμε συγγραφείς. Πλέον γίνεται ακόμη πιο σαφές από πριν ότι ο σκοπός της ομάδας και ουσιαστικά του κάθε μέλους της δεν είναι η έκδοση του δικού του υλικού, αλλά η ενίσχυση του εγχειρήματος και η έκδοση του βιβλίου που θα ακολουθήσει το δικό του. Δεν έχουμε βέβαια να προασπίσουμε κανένα θέσφατο ή αλάθητο ούτε επίσης έχουμε την ψευδαίσθηση ότι μέσα σε ένα γενικότερα ζοφερό περιβάλλον καταφέραμε να μείνουμε «αμόλυντοι», μιας και στο εσωτερικό μας έχουν κατά καιρούς εκδηλωθεί στάσεις που μόνο το συλλογικό δεν προάσπιζαν. Παρ’ όλα αυτά θεωρούμε ότι οι εμπειρίες που έχουμε μαζέψει ως άτομα από το ξεκίνημα της ομάδας και μέχρι σήμερα είναι μια σημαντική βοήθεια, ώστε αυτά που λέμε να μη μένουν απλώς στη θεωρία.

Δεν αρκούμαστε σε αυτά που έχουμε πετύχει ως τώρα – τις εφτά εκδόσεις οι οποίες ήταν ταυτόχρονα και εφτά βήματα μπροστά, αλλά δουλεύουμε πάνω στη συνέχειά τους. Μια συνέχεια που όσο δύσκολη φαντάζει, καθώς στηριζόμαστε μόνο στα έσοδα των πωλήσεων μας μακριά από λογικές διαφημιστών και κρατικών επιχορηγήσεων, άλλο τόσο μας γεμίζει όρεξη να τη σχεδιάσουμε και να τη δοκιμάσουμε. Και συνάμα προσπαθούμε να επανεφεύρουμε μια νέα παράδοση, αυτή του μοιράσματος και της δημιουργίας. Ακούγοντας βέβαια την λέξη παράδοση σε ό, τι αφορά τα λογοτεχνικά, έρχονται στο νου μας ορισμένες αρχετυπικές εικόνες δημιουργών και μια τάση των σύγχρονων τους να ακολουθήσουν τα χνάρια τους, τόσο ως προς την πορεία τους όσο και ως προς και την τήρηση των πνευματικών τους δικαιωμάτων. Σίγουρα οι σημερινοί συγγραφείς, συμφωνώντας με τους παλαιότερους, θα ομολογήσουν με ευκολία  ότι το έργο τους –από τη στιγμή που κυκλοφορήσει– παύει να τους ανήκει και αποκτά δική του ζωή. Την ίδια στιγμή, όμως, ορθώνουν με τρόπο αναντίρρητο αυτά τα πνευματικά δικαιώματα, καθώς η ιδιοκτησία εξακολουθεί να έχει τους δικούς της κανόνες. Δεν μιλάμε προφανώς για το αθώο προκάλυμμα της προστασίας από την κλοπή υλικού, θέμα εξάλλου περίπλοκο σε έναν κόσμο αντιγραφών του παρελθόντος, αλλά της επικύρωσης του ρόλου του καλλιτέχνη που αποκτά κυριότητα, εξουσία και αμοιβές πάνω στο –κατά τα άλλα ανόθευτο από τους νόμους της αγοράς– έργο του. Πάντα έτσι ήταν, θα πουν οι κυνικοί πωλητές, ασχέτως αν ψεύδονται, εφόσον από τη μια αυτό που υπερασπίζονται ισχύει μόλις τους τελευταίους δύο αιώνες και από την άλλη πολλά κλασσικά (ή μη) έργα δεν είχαν καμία σχέση με τη συγκεκριμένη κουλτούρα αγοραπωλησίας την εποχή που γράφτηκαν (βλ. Κάφκα, μέθοδος σαμιζντάτ-underground εκδόσεις στην ΕΣΣΔ).

 Όλα αυτά δεν θα συνέβαιναν αν ο κόσμος που ασχολείται με τη λογοτεχνία έθετε κάποια ζητήματα στην προσπάθειά του να εναντιωθεί απέναντι στις πρακτικές της αγοράς του βιβλίου· μιας αγοράς που ενίοτε αισχροκερδεί  πάνω στο μεράκι όποιου θέλει να δει τα γραπτά του να εκδίδονται. Είναι γνωστό ότι υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι που πληρώνονται αδρά για να βγάλουν το βιβλίο ενός πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού, το οποίο μένει στο τέλος στα αζήτητα και πάει για πολτό! Ωστόσο σε ποιαν ανάγκη πατάνε, για να έχουν μείνει ουσιαστικά στο απυρόβλητο και να συνεχίζουν την πολιτική τους ως έχει; Θα ήταν υπερβολή να συσχετίσουμε τη σύγχρονη κουλτούρα της υπερπροβολής του Εγώ με αυτή την ανάγκη για ολοένα μεγαλύτερη δραστηριότητα στο εκδοτικό πεδίο; Κατά την άποψη μας, όχι. Βλέπουμε πλήθος εκδόσεων, νέων συγγραφικών ονομάτων και λογοτεχνικών βραδιών· στις περισσότερες περιπτώσεις, στο τέλος δεν μένει σε κανέναν και καμία τίποτα περισσότερο από την αίσθηση του ανικανοποίητου που κουβαλάν οι δημιουργοί τους και από ένα άγχος για λογοτεχνική παραγωγή, το οποίο –μιας και δεν στήνονται γέφυρες συνδιαμόρφωσης και συνεργασίας– παραμένει αφηρημένο και μετέωρο.

Επιπλέον, παρατηρούμε ότι ο διάλογος δεν διαδραματίζεται μεταξύ του συγγραφέα και του κόσμου που θα διαβάσει το έργο του, αλλά μεταξύ αυτού και του εαυτού του – εν είδει κάθαρσης, με την όλη διαδικασία να θυμίζει μια selfie: ο πρώτος που τη βλέπει και ο τελευταίος που τη χαίρεται με βάση τα likes που παίρνει είναι το ίδιο το είδωλο-δημιουργός του, και σε τελική ανάλυση η ίδια η μοναξιά του.

Δεν θα διαφωνήσουμε ότι χρειάζεται και κάποιου είδους μοναξιάς για να ολοκληρωθεί ένα συγγραφικό πόνημα, αλλά οφείλουμε να πάμε παραπέρα για να ανακαλύψουμε παλαιά και νέα λογοτεχνικά σύμπαντα που μπορεί να είναι και δίπλα μας! Βοηθώντας, έτσι, στην ανάδειξη φωνών που, για τον οποιοδήποτε λόγο, αδυνατούν να εκφραστούν σήμερα. Δημιουργώντας, έτσι, με έναν τρόπο που τον ορίζουμε εμείς οι ίδιοι και όχι άλλοι πριν από μας και για μας.

(Μέρος της εισήγησης από την τελευταία μας εκδήλωση)

Advertisements

Πολύ Κακός Για Το Τίποτα

Κάθε ιστορία τελειώνει νύχτα, και αυτή θα έκλεινε σύντομα. Ήταν καθημερινή και κάπως αργά για τους ήδη παντρεμένους συνομήλικούς μου. Ντυμένος αδιάφορα, ούτε επίσημα αλλά ούτε και πρόχειρα, φορώντας τα ψεύτικα γυαλιά της δουλειάς, αξύριστος με έναν τρόπο που δεν μου άρεσε, έπινα το πιο ελαφρύ τζιν που είχε φτιαχτεί ποτέ σε μπαρ ξενοδοχείου. Το ήθελα κάπως έτσι, αλλά ο μπάρμαν το παράκανε, όπως το συνηθίζουν άλλωστε όλοι αυτοί σε όλα. Με ένα κάπως άγαρμπο στιλ καθόμουν σταυροπόδι σε ένα τραπέζι που έβλεπε πλαγιαστά την κεντρική πόρτα του ξενοδοχείου Paris. Γύρω μου δεν είχα κανέναν, οπότε δεν χρειαζόταν να είμαι αγχωμένος πάνω στο θέμα της προστασίας μου. Παρ’ όλα αυτά αγχωνόμουν, όπως έκανα πάντα εν ώρα εργασίας. Σιγά τη δουλειά βέβαια, είχα αναλάβει πολύ δυσκολότερες αποστολές από την αποψινή. Το μόνο που θα έκανα θα ήταν να περιμένω τον κύριο Αροβάνη και, όταν τον έβλεπα να ανεβαίνει πάνω ζαλισμένος, όπως έκανε κάθε βράδυ εδώ και κάποιες ημέρες, θα τον ακολουθούσα για να τον σκοτώσω. Το γιατί ακριβώς, δεν το ήξερα ούτε που με ένοιαζε κιόλας. Φτάνει να μην έκανα φασαρία, οπότε, όταν τον έβρισκαν το πρωί οι καμαριέρες, θα είχα πάρει ήδη την ψεύτικη ταυτότητά μου από τη ρεσεψιόν πληρώνοντας τον λογαριασμό με αληθινά λεφτά.

Όσα ήξερα για αυτόν ήταν λίγα, αλλά ένιωθα ότι τον είχα μάθει κάπως αυτές τις μέρες. Ξύπναγε αργά· το πρωί καφέ βαρύ με ένα χαρτομάνι σημειώσεων μπροστά του στο απέναντι καφέ. Λίγο φαγητό μετά εδώ, κάποια τηλέφωνα στη συνέχεια, μετά ύπνο, μπάνιο, ντύσιμο με καλά ρούχα, αν και κάπως παλιά, και βουρ για το μπαρ της διπλανής γειτονιάς με την άσχημη μουσική, που έκλεινε όποτε το θυμόταν. Αυτός όμως δεν αργούσε πολύ να γυρίσει πίσω, φαίνεται δεν έπινε πολύ, ίσως δεν το άντεχε κιόλας. Οπότε –μετά και το πρώτο βράδυ– δεν χρειαζόταν να κουράζομαι καθώς γύρω στη μία με δύο θα ερχόταν παραπατώντας για να ζητήσει το κλειδί του από τη ρεσεψιόν· και αυτό ήταν. Σε εκείνο το μοναδικό βράδυ που τον είχα από κοντά, σκυλοβαρέθηκα παρέα με το βαρύ ποτό μου να κοιτάζω μια στο τόσο αυτόν τον ψηλό αλλά σκυθρωπό και αδύνατο τύπο να τα πίνει κι αυτός μόνος, αδυνατώντας να προξενήσει το ενδιαφέρον σε καμιά θηλυκή ύπαρξη στο μαγαζί. Παλιά ίσως να το κατάφερνε, τώρα όμως όχι. Τα χαρακτηριστικά του ήταν σαν να είχαν κλειστεί πίσω από μια βαριά πόρτα και μόνο τα πράσινα μάτια του έσπαγαν τη μονοτονία. Τι με ένοιαζαν όλα αυτά; Ίσα ίσα η δουλειά φάνταζε πιο εύκολη από ό, τι περίμενα. Ο οίκτος εξάλλου ήταν μια άγνωστη λέξη, «ο άγνωστος κανένας μπροστά μου» ο κανόνας.

Πώς αυτό το κουφάρι διέθετε ένα τόσο μεγάλο και τρανό όνομα; Τι να του ζηλέψεις; Πόσα να είχε βγάλει στη ζωή του; Πόσα να χρώσταγε; Μήπως ήξερε πολλά; Ό, τι και να ήταν, εγώ δεν το είχα μάθει, όπως και δεν χρειαζόταν άλλωστε. Το καθημερινό του πρόγραμμα αυτής της βδομάδας μού αρκούσε. Σημασία επίσης είχε ότι ήταν ολομόναχος εδώ, ξεχασμένος μάλλον από επιλογή. Θα μπορούσα να τον ρωτήσω από περιέργεια πριν τελειώσω τη δουλειά, αλλά ήταν από αυτές τις φθινοπωρινές νύχτες που καλύτερα να μη σπαταλάς χρόνο σε ανούσιες ερωτήσεις. Μια νύχτα που απλώς ήταν σαν κυριακάτικη μέρα αλλά με σκοτάδι πίσσα έξω.

Η πόρτα άνοιξε και αυτός μπήκε, όχι και τόσο ζαλισμένος, μέσα. Πήρε τα κλειδιά, δεν χαιρέτησε κανέναν και ανέβηκε τις σκάλες βιαστικά. Γιατί βιαζόταν, γαμώτο, απόψε; Άφησα το ποτό μου κάπου στη μέση και ανέβηκα κι εγώ από την κεντρική σκάλα. Ίσα που έβλεπα και τα παπούτσια του από την απόσταση που μας χώριζε. Τι έπαθε και έτρεχε σχεδόν; Είχα το περίστροφο με τον σιγαστήρα στη μια τσέπη και το σύρμα στην άλλη. Προσπάθησα να βιαστώ χωρίς να τρέχω, αλλά φτάνοντας στον τρίτο όροφο ένιωσα να τον χάνω από το οπτικό μου πεδίο. Γαμώτο, θα μου έκλεινε την πόρτα και θα δυσκολευόταν κάπως η δουλειά. Όντως, σε μια στιγμή στον τέταρτο τον έχασα και άκουσα μια πόρτα να κλείνει μάλλον απότομα. Θα ήταν λογικά η δική του. Γαμώτο! Έφτασα μπροστά της, κοίταξα γύρω μου. Νέκρα. Μέσα απόλυτη ησυχία. Περίμενα λίγο και έκανα να γυρίσω το πόμολο έχοντας στο μυαλό μου την απίθανη περίπτωση να μην είναι κλειδωμένα. Δεν ήταν. Μέσα η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή και έμπαινε ένα κρύο, απαλό αεράκι. Δεν είχε κανένα φως παρά μόνο αυτό από τις φωτεινές διαφημίσεις που αναβόσβηναν έξω. Μου την έσπαγε αυτός ο φωτισμός γιατί δεν ήταν σταθερός αλλά άναβε σαν φλας ετοιμοθάνατου αυτοκινήτου. Στην αρχή δεν έβλεπα τίποτα στον χώρο. Πλησίασα στο μπαλκόνι για να καταλάβω τι συμβαίνει, κι εκεί τον είδα πεσμένο στο χαλί της πλευράς του κρεβατιού που δεν έβλεπα. «Δεν πάμε καλά, με πρόλαβε!» σκέφτηκα. Η πλάτη του και κάποια πεταμένα χάπια πλάι του ήταν η παγωμένη θέα μου. Είπα να τον γυρίσω, αλλά σκέφτηκα ότι ήταν μια καλή πράξη που δεν θα καταμετρούνταν ως τέτοια στον παράδεισο ή στην κόλαση, όπου κάποτε θα έφτανα. Έβαλα το χέρι στον λαιμό να δω αν έχει σφυγμό. Δεν είχε. Σκέφτηκα να σιγουρευτώ κάνοντας το κάτι παραπάνω από αυτό που είχε κάνει ο ίδιος στον εαυτό του. Τσάμπα κόπος. Το μπουκαλάκι ήταν σχεδόν άδειο πάνω στο κομοδίνο. Θα ήμουν πολύ κακός για το τίποτα.

Έκατσα στο κρεβάτι σαν σε ντεζαβού. Κοίταξα γύρω και το μάτι μου έπεσε σε κάτι έγγραφα και σε ένα γράμμα. Τα πρώτα τα πήρα και τα έχωσα τσαλακωμένα στην τσέπη μου για το ρεπό αύριο, και το γράμμα το διάβασα στα γρήγορα. Έγραφε ένα μεγάλο συγγνώμη, μια μεγάλη Αγάπη και μια μεγάλη Κατάρα. Προς στιγμή ανατρίχιασα και το άφησα εκεί που το βρήκα. Ίσως έπρεπε να αφήσω και την άλλη χαρτούρα. Ίσως. Έκλεισα την κουρτίνα, άναψα το πορτατίφ, μιας και έλειπαν τα κεριά που θα κόλλαγαν στην περίσταση, και, σβήνοντας τα δαχτυλικά αποτυπώματα και από τα δύο χερούλια της πόρτας, εξαφανίστηκα από κει μέσα. Πάει κι αυτό!

 

(Του Μπάμπη Κολτράνη για το περιοδικό Εκτός, τεύχος πρώτο)

Παρουσίαση του Εκτός και προβολή του Providence στο Πέρασμα

Ήρθε η στιγμή να παρουσιάσουμε με δυο λόγια τη νέα περιοδική μας προσπάθεια. Ως σύνδεση με το υλικό του Εκτός θα προβάλλουμε την ταινία του Αλέν Ρενέ Providence. Όλα αυτά στο Πέρασμα, Ζωοδόχου Πηγής και Ισαύρων την ερχόμενη Παρασκευή στις 20.00.

parousiasi_ektos

Εκτός_Τεύχος_1

53743378_2681872785174366_3334504895129583616_n

Γιατί εκτός;

Γιατί, εκτός των άλλων που έχουμε πάνω από το κεφάλι μας στα συνεχή εξάωρα- οχτάωρα-εικοσιτετράωρα, έχουμε και κάποιες δικές μας στιγμές που δεν θέλουμε να παραμείνουν μόνο δικές μας: εκτός βεβαιοτήτων, ορίων, συνταγών επιτυχίας, καταξιώσεων, πορτρέτων με τσιγάρο στο στόμα και βλέμμα σοβαροφανές.

Εντός ενός κύκλου που θα χωράει κι άλλον κόσμο/που θα εφάπτεται με άλλους κύκλους/χαμογελώντας στις διαφωνίες/ δεν θα ανταγωνίζεται κανέναν/δεν θα κοιτά στα χαμένα/θα κρατά κάθε σημάδι πίσω του όχι για να γυρνά σε αυτό, αλλά για να σιγουρέψει κάθε βήμα μπροστά/δεν θα θέλει να μεγαλώσει και να γίνει κάτι που θα τον κάνει να ξεχάσει αυτό που είναι.

Όχι για να πείσουμε, αλλά για να πειστούμε ότι τίποτα δικό μας δεν πάει στράφι/με τη δημιουργία να παραμένει αυτό που ήταν πάντα για μας: μια πολιτική επιλογή, εφόσον αυτή μοιράζεται και στεριώνει σχέσεις αληθινές, όχι ευκαιριακές ή χρηστικές/για να σπάσει κάθε είδους μοναξιά.

Ναι, είναι άχαρη και αδιέξοδη η κατά μόνας συγγραφή που θυσιάζεται στους βωμούς της αγοράς/η αγορά ελκύει τη συγγραφή και την ποθεί/της υπόσχεται μια ανοιχτότητα, ενώ μοιράζει ερείπια/κρατά αγκαζέ τον ελιτισμό των καλλιτεχνών βγάζοντάς τα πέρα ακόμη και σε καιρούς κρίσης/πλάθει την κρυφή γοητεία της μαζικής κουλτούρας, κι ας τη χλευάζει ως έννοια/στοίβες βιβλίων ή φαντασιώσεις επιτυχιών τη συντηρούν/ όλα για την ασχήμια των φετίχ του θεάματος και των εμπορευμάτων.

Ένα συγγνώμη από μέρους μας, αλλά θα μείνουμε εκτός προσπαθώντας να βρούμε πραγματικές ανοιχτωσιές και πρόθυμα αυτιά. Γιατί, καθώς φαίνεται, έχουμε πολλά να πούμε και ακόμα πιο πολλά να γράψουμε. Για αρχή, μόνο μια λέξη σε όσους κι όσες εκτός ομάδας βοήθησαν να φτιαχτεί το πρώτο τεύχος του περιοδικού μας:

Ευχαριστούμε!

Περιεχόμενα

Μια συνέντευξη με τους Κινούμενους τόπους/Τα μοιραία μου μπλογκ, της Αντιγόνης Η./Αιτίες και φταίχτες, της Δήμητρας Ματθαίου/Ή εκείνες, του Γιώργου Καναβού/ Εκ του Αγγέλου χαιρετισμοί, του Gershom Scholem σε μετάφραση του Γιώργου Καναβού/ Α10, του Φώτη Γ./Πολύ κακός για το τίποτα, του Μπάμπη Κολτράνη/Το βιολί με τις ανθρώπινες χορδές/του Antonio Ghislanzoni σε μετάφραση της Giuseppina Dilillo

Παρουσιάζοντας τον Καιρό της Προσμονής

46280368_2239186346326048_6213645700996005888_n

 

 

Βαθύτερη Ανάγκη

Τελείωσε το μέτρημα του ουρανού,
αυτά που λείπουν δεν θα ξαναρθούν,
έμεινε η ελπίδα για έναν γυρισμό
σε μια προσπάθεια κατανόησης
μιας βαθύτερης ανάγκης,
φαντάζει απώλεια,
ορίζεται όμως σαν μεταμόρφωση.

Καιρός της Προσμονής

41104650_701188653575465_3110946538793205760_n                                                                         Πηγάδι

Έχτισα με πέτρες

ένα όμορφο πηγάδι

να έχω νερό

όταν δυσκολεύομαι να πράξω.

 

Χρωμάτισα τις πέτρες

και τους έδωσα ονόματα

για να ξεχνιέμαι

όταν ονειρεύομαι να ζω.

 

Έντυσα τον χώρο

με εικόνες από τα παλιά

και χαρούμενες μουσικές

όταν βολεύομαι να αλλάξω.

 

Έλυσα τις μνήμες

πίνοντας νερό

μένοντας πίσω

όταν αφήνομαι να ζω.

Παρουσίαση στη Bibliotheque

29572591_10155658725157872_2432054682461518954_n

Η συγκεκριμένη συνάντηση αφορά δύο διαφορετικά μεταξύ τους βιβλία.

Τα οποία όμως

συνδέονται σε μια μη ορατή συγχρονικότητα. Που, όντας άχρονη,

μεταφέρει τις γεύσεις

της Ένωσης. Της Ένωσης που περικλείει την κάθοδο και το νεύμα. Την ψυχρή θερμότητα του μαύρου, μα και το αρχέγονο κάλος του χαλκού. Πρόκειται λοιπόν για μια ιδιαίτερη απόπειρα, που θα συμβεί σε έναν πολύ όμορφο τόπο. Την ατμόσφαιρα αυτής της σύζευξης θα επιχειρήσει να αποδώσει με ηχητικό τρόπο η Sacra Geometria.

Η Γεωμετρία ως βάση. Η Αντινομία και οι Επτά-οι Επτά και η Αντινομία:

ως νύξεις στο

κενό της καθόδου.

Καμία αντίφαση, εδώ.

Παρουσίαση του βιβλίου “Στον Τόπο της Αντινομίας”

26993407_10155490320292872_1099613543226684910_n

 

Η συγκεκριμένη εκδήλωση με γεμίζει χαρά. Ιδιαίτερη μάλιστα, αφού πρόκειται για τη δεύτερη ως τώρα ποιητική συλλογή μου. Το εν λόγω βιβλίο αποτελεί μια ενότητα την οποία μέσα μου διακρίνω ως αντίθεση. Λειτουργεί λοιπόν ως ένα ξεχωριστό σχήμα, στη βάση του οποίου βρίσκεται η αμφισημία του Λόγου ως ενδιάμεσου κρίκου. Ανάμεσα στο ρητό και στο άρρητο-στο κενό που ενυπάρχει ως αυστηρότητα του αρχέγονου. Στη συγκεκριμένη βραδιά, η υφή της Αντινομίας θα πλαισιωθεί από ένα ηχητικό δρώμενο, που θα εστιάσει με τον τρόπο του στην εσωτερική γλώσσα του βιβλίου. Χρησιμοποιώντας ως αφετηρία την Ιερή Γεωμετρία. Σαν ένα μαγικό σύστημα: ο πυρήνας της σύνθεσής του δεν δύναται να λεχθεί.

Γιώργος Καναβός

Στον Τόπο της Αντινομίας

εξώφυλλο

Γριμόριο

Ηθελημένη ανάφλεξη
ο δρόμος των κραυγών
ο ομφαλός των δεήσεων
στο πυρετώδες σύμπαν
του νόστου, διαχέομαι
μα η αποικία σου,
καθολική
πικρός παιάνας που
διατυμπανίζει τον
πνιγμό μου

 

 

Κυκλοφορεί σύντομα από τις Εκδόσεις των Άλλων

 

 

Σχεδόν Αδέρφια E-book

Ως Εκδόσεις των Άλλων έχουμε αποφασίσει να βγάζουμε σε e-book μορφή κάθε βιβλίο μας που εξαντλείται η πρώτη του έκδοση. Για αυτό τον λόγο είμαστε στην ευχάριστη θέση να διαθέτουμε πλέον το Σχεδόν Αδέρφια του Μπάμπη Κολτράνη σε ψηφιακή μορφή ελεύθερα. Ευχαριστούμε για τη στήριξη!

Νέα σημείωση πάνω στο Σχεδόν Αδέρφια

Όντας μεγάλος πια έχω αρχίσει να βλέπω τους γύρω μου με ένα πιο κριτικό μάτι από ό,τι τους έβλεπα παλιά. Οι ζωές τους μου φαίνονται τόσο διαφορετικές από τη δική μου, τόσο άγνωστες, τόσο ξένες. Πιθανόν να με βλέπουν και μένα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Άραγε, αν ήμουν εγώ στη θέση τους, θα έκανα τις ίδιες κινήσεις; Θα χρησιμοποιούσα τα ίδια λόγια; Θα έκανα τις ίδιες επιλογές; Η απάντηση είναι όχι, μάλλον. Η λογοτεχνία, όμως, σου δίνει τη δυνατότητα να ζήσεις μια “άλλη” ζωή, ακόμη και πολλές ταυτόχρονα.

Για την ακρίβεια, αυτά που γράφω αφορούν ζωές που μισώ. Ζωές που ακολούθησαν τη μοίρα τους με βλέμματα στενάχωρα, κουβαλώντας την απειλή της καθολικής κατάρρευσης, ενώ στο βάθος άστραφτε μια αμφιβόλου ποιότητας και ηθικής επιτυχία. Το μίσος μου προς αυτές είναι επιφανειακό και στιγμιαίο. Καταλήγω να μην αφορίζω κανέναν και καμία γράφοντας μια φανταστική ιστορία που κουβαλά τα δικά του και δικά της χαρακτηριστικά. Οι πληγές στη σιωπή από διαλόγους ξένων γύρω μου, οικείων προσώπων, μέχρι ακόμη και δικών μου εκφράσεων καταγράφονται στο χαρτί για να γίνουν ξανά σιωπή. Η δικιά μου εκδίκηση απέναντι στο θόρυβο, η επιστροφή στην αφετηρία των πάντων, στην ησυχία της ανάγνωσης ή της γραφής, με όλα μέσα μου να ηρεμούν.

Στο σύμπαν που έπλασα στο Σχεδόν Αδέρφια λείπουν τα σαφή όρια μεταξύ καλού και κακού. Οι δύο πρωταγωνιστές θα μπορούσαν να έχουν αλλάξει ρόλους σε διάφορα επεισόδια της ιστορίας. Η πρωταγωνίστρια, αν και σχεδόν απούσα, καθορίζει υπογείως την όλη ροή των γεγονότων. Τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο, γιατί έτσι είναι οι ζωές τους, μπερδεμένες, στο μεταίχμιο πράξεων που δεν βγάζουν πουθενά. Απλώς κύκλοι εφάπτονται, συμπεριφορές θυμίζουν κάτι από το απόκρυφο παρελθόν τους, και το αύριο έρχεται πάντα πιο γρήγορα και πιο βίαια από ό,τι περίμεναν. Εξάλλου, στον κυκεώνα δραματικών γεγονότων η ταχύτητα κυλά πάντα χωρίς έλεος. Δεν υπάρχουν βαθιές σκέψεις στα μυαλά των πρωταγωνιστών, γιατί δεν προλαβαίνουν να παραμερίσουν το πάθος που κινεί τις ίδιες τους τις επιλογές. Αυτά που συμβαίνουν θα τα σκεφτούν κατόπιν εορτής, πιθανόν και μετά το τέλος, αν και τότε θα είναι πολύ αργά. Ίσως όπως στις ζωές άλλων δίπλα μας, ίσως όπως και στη δική μου.

Από όλα τα σχόλια που άκουσα από τον κύκλο των φίλων και γνωστών που διάβασαν το βιβλίο, ξεχώρισα τα ευεργετικά αποτελέσματα που είχε για αυτούς μια δεύτερη ανάγνωσή του. Αυτή θα είναι και η μοναδική μου παραίνεση στους φιλόδοξους αναγνώστες του πρώτου πονήματός μου.

Μπάμπης Κολτράνης