“Tartaria” του Costantino Dilillo

Η βροχή είχε σταματήσει, είχε μείνει το κρύο της νύχτας και η τριβή των λάστιχων στην άσφαλτο. Το φως των επιγραφών πολλαπλασιαζόταν από την αντανάκλαση του νερού στο έδαφος και από τις μικροσκοπικές σταγόνες νερού στον αέρα· έτσι, μου φαινόταν σαν να προχωρούσα μέσα στον καθοδικό σωλήνα μιας εμπορικής τηλεόρασης. Είχα βγει για να χαλαρώσω τις σιαγόνες του τίποτα και να χαθώ ανάμεσα στα ομιχλώδη σοκάκια των σαρκικών προσφορών, των εκπτωτικών πωλήσεων σάρκας, εκεί όπου η ζωές πνίγονται στο φαντασμαγορικό κενό της νύχτας, μέσα σε πηγάδια κούρασης.     

        Το τελευταίο λεωφορείο πέρασε μισοάδειο και, όταν έστριψε μετά από τη στάση, φάνηκαν από τα τζάμια οι ανθρώπινες σιλουέτες σαν ζωγραφισμένες, ασάλευτες στην καπνώδη θαλπωρή του οχήματος.

        Το κρύο με δοκίμαζε εδώ και εκεί ανάμεσα στα ρούχα, πριν με δαγκώσει βαθιά στη ράχη, μεταξύ φιλέτου και κόντρα φιλέτου, ενώ πιο επάνω λεπίδες πάγου ξέσκιζαν τη σπάλα και το στήθος μου, τα πιο τρυφερά σημεία, που στις ζωικές ζελατίνες μαλακώνουν  το κρέας όταν λιώνουν.

        Μετά από μια κλωτσιά που κατρακύλησε στην άσφαλτο, άκουσα τον θόρυβο από ένα τενεκεδάκι, ένδοξο απόβλητο της θρησκείας της κατανάλωσης, έσχατη αλήθεια της ύπαρξης, αφετηρία του ιερού και υπόσχεση έκστασης. Κατανάλωση: η σφραγίδα της ύπαρξης, το λάβαρο της κοινωνικής ταυτότητας. Καταναλώνεις και καταναλώνεσαι, τρως και τρώγεσαι, αγοράζεις και πουλάς, προσφέρεις και δημιουργείς ζήτηση· μετά ξεπουλάς.

        Με τα χέρια βυθισμένα στις τσέπες προσπάθησα να κρατήσω κλειστές τις δυο άκρες του ανοιχτού παλτού μου, απορρίπτοντας την κουραστική ιδέα να τις κουμπώσω. Μια ριπή αέρα όμως μ’ έπεισε, και σταμάτησα στην πόρτα ενός μαγαζιού για να χώσω τα κουμπιά μέσα στις κουμπότρυπες, με τις πλάτες γυρισμένες προς τον δρόμο, το κρύο, το κενό μιας σβησμένης πόλης. Δίπλα σε ένα μαγαζί διακίνησης τηλεφωνίας υπήρχε μια πόρτα που δεν θυμόμουν να είχα δει ποτέ πριν: Tartaria έλεγε η επιγραφή. Την κοίταξα για μια στιγμή και προχώρησα μπροστά πάλι, αλλά μετά από λίγα βήματα γύρισα πίσω και την άνοιξα…

(Απόσπασμα από το διήγημα του Costantino Dilillo το οποίο θα βρίσκεται στο επερχόμενο νουάρ τεύχος του περιοδικού μας Εκτός που θα κυκλοφορήσει σύντομα)